Αρχείο κατηγορίας ΒΙΒΛΙΟ-ΑΝΑΓΝΩΣΗ

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

11ο & 21ο Δημοτικό Σχολείο Ευόσμου

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Aγαπητοί/ές μαθητές/τριες,

Όσοι/ες αγαπάτε την ανάγνωση και θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας τη συγκίνηση, τον προβληματισμό ή ακόμα και τη δυσαρέσκεια που προκαλεί ένα βιβλίο σας περιμένουμε στην πρώτη συνάντηση της ΛΕΣΧΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ των σχολείων μας, την Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018, στις 17:00, στο χώρο της βιβλιοθήκης.

Από τη διεύθυνση των σχολείων 

Το ποίημα της εβδομάδας

Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα

και με τα πιο μικρά..

Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
 
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια. 
Που ξέρω ν’ ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ’ αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι’ αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…
Οδυσσέας Ελύτης

 

Μια βόλτα στον ήλιο», Λυγερή Ζωχιού

Ξελόγιασμα του νου

Να ονειρεύεσαι  το κάθε τόσο

Όταν το χαλασμένο το μυαλό το φως το κλέβει

Και συννεφιά απλώνει

Με το «έτσι θέλω» του…

Ποτέ αυτονόητη να μη την πεις

Μια βόλτα σου στον ήλιο

Αν θα σε βρει… όπου και όταν…

Αλλά  ιερή  στιγμή σου…

Σε ξάγναντο η απλωσιά η απέραντη

Ή σε βουνίσια άκρη η θέα

Σε Ποσειδώνια αγκαλιά, λαμπύρισμα αλμυρού νερού

Του κόσμου το καθρέφτισμα σε μια δροσοσταλίδα

Ή πέταγμα ανάλαφρο σε όνειρο καθάριο

Τότε…

 

Την ευλογία να δεχτείς

Το φως να προσκυνήσεις

Το πέπλο του να τυλιχτείς

Την ομορφιά ν’ αγγίξεις

Αλόγιστα σαν το μωρό

Μη σπαταλιέσαι στη δεύτερη τη σκέψη

Ξεγλίστρημα απ’ το σκοτάδι

Από την συννεφιά ή την ομίχλη του μυαλού

Που ηττήθηκε στην καθημερινότητά του

Απ’ τα κοινόχρηστα όνειρα

Και της ανυπαρξίας τις άμετρες υπερωρίες

Έγειρε, εκουράστηκε…

Και φοβισμένο έχασε πια  το φως του

Στο χρώμα υποταγή

Στο μαγεμένο άκουσμα της φύσης

Υποταγή σε μεθυσμένα αρώματα

Και σε εικόνες πιο καθάριες

Ολοβούτηχτες στο φως

Στο φως του ήλιου του γενναιόδωρου, του ελεήμονα

Που τα φορτώθηκε όλα αυτά τα δώρα

Και τα ‘φερε εμπρός στα πόδια σου

Για να διαλέξεις…

 

 

Κι ύστερα ανάμνηση τα έκανε εύκολα

Που δυνατή όσο χίλιες χαρές

Και όσο χίλια γέλια ανοιχτόκαρδα, είναι

Τόσο ακριβά… τα δώρα του

Που όταν απλώνει η συννεφιά, ή η ομίχλη

Την βαριά σκιά της στην ανήμπορη καρδιά

Ν’ αφήνεται σ’ αυτή την αγκαλιά

Γιατριά και παρηγόρια εύκολα για να πάρει

Ν’ ανοίξει το παράθυρό της

Να θυμάται αυτό το φως

Και όλα τα  άλλα…

Τα δώρα τ’ ακριβά…

Τη βόλτα αυτή στον ήλιο…

Απόσπασμα από τον Επιτάφιο, Γιάννης Ρίτσος

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιε που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκιά ζεστή κι αντρίκεια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δεν φτάνουν τα χαλίκια

Και μου `λεγες πως όλ’ αυτά
τα ωραία θα `ν’ δικά μας
και τώρα εσβήστης κι έσβησε
το φέγγος κι η φωτιά μας

Χαβιέ Μποθαλόνγκο (1961),

από το βιβλίο La casa a oscuras

ΥΠΝΟΔΩΜΑΤΙΟ (2) / HABITACIÓN (2)

Ζωγράφισες με ρίγες το τέλος της παιδικότητάς σου:
δυο τόνοι βιολετί σε προστατεύουν
από τα παιχνίδια που πια δεν παίζεις
από τα όνειρα που πια δεν ονειρεύεσαι.

Είναι εύκολο ν’ αποφασίζεις με το ψυγείο γεμάτο
από ποιον νόμο να επωφεληθείς
και γνωρίζοντας πως το νερό είναι ζεστό
και τα ρούχα σιδερωμένα
να διαπραγματευτείς το επιμίσθιο της στοργής

 Οδυσσέας Ελύτης

Όμορφη και παράξενη πατρίδα

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ωσάν αυτή που μου ’λαχε δεν είδαΡίχνει να πιάσει ψάρια – πιάνει φτερωτά
στήνει στη γη καράβι – κήπο στα νερά
κλαίει φιλεί το χώμα – ξενιτεύεται
μένει στους πέντε δρόμους – αντρειεύεταιΌμορφη και παράξενη πατρίδα
ωσάν αυτή που μου ’λαχε δεν είδαΚάνει να πάρει πέτρα – τηνε παρατά
κάνει να τη σκαλίσει – βγάνει θάματα
μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι – πιάνει ωκεανούς
ξεσηκωμούς γυρεύει – θέλει τύραννους

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ωσάν αυτή που μου ’λαχε δεν είδα

Διονύσιος Σολωμός

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε

της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,

σύγνεφο, καταχνιά δεν απερνούσε

τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη.

Και από κει κινημένο αργοφυσούσε

τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αγέρι,

που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:

Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι, και κόρες,

όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε.

Μέσα στες εκκλησιές τες δαφνοφόρες

με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε.

Ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες

ομπροστά στους Αγίους, και φιληθείτε.

Φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,

πέστε Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι.

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,

και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μαννάδες.

Γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-

σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες.

Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι,

από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες.

Κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ το αγιοκέρι,

οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.

 

 

Γιάννης Ρίτσος, «Άνοιξη» 

Απόψε κοιμηθήκαμε στην αγκαλιά της άνοιξης

ακουμπώντας το κεφάλι στην καρδιά της.

Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την  καρδιά μας.

Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην

κάμαρά μας σα γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε

τα ψίχουλα των σκιών που ‘χαν μείνει από χθες βράδυ στο πάτωμα.

Μια στιγμή να νιφτούμε και φτάσαμε. […]

Σήμερα μια μικρή κοπέλα, με θαλασσιά κορδέλα στα μαλλιά,

στάθηκε στην κορφή της λεύκας και κελαδάει.

Απ’ το τραγούδι της πετούν μικρά πουλιά που γεμίζουν

τις αυλές και τις στέγες.

Τα πουλιά κάθονται στους ώμους των παιδιών.

Οι άνθρωποι μπλέκονται στα δίχτυα των αχτίνων και τρεκλίζουν

σαν πρωτόβγαλτα πουλιά.

Τα τριαντάφυλλα τρελάθηκαν και κάνουν τούμπες μέσα στο νερό.

Θε μου, το μεθυσμένο φως θα σπάσει τα τζάμια, θα πλημμυρίσει

τις κάμαρες και δε θ’ αφήσει μήτε έναν ίσκιο για να σκεπάσει

η μάνα τα μάτια της.

Τότε θα τινάξει στον αέρα το μαντήλι της και θα χορέψει κείνο το

νησιώτικο χορό που χόρευε στα νιάτα της μαζί με τον πατέρα

– ένα χορό που μυρίζει θάλασσα και βάρκες φορτωμένες πορτοκάλια.

Ο πατέρας θα κάνει πως ξέχασε το χορό και θα χαμογελάει

καθώς θα κρούει τη φτέρνα στον αέρα.

Κ’ εμείς ξοπίσω τους, παιδιά, πουλιά, λουλούδια και λιθάρια,

θα χορεύουμε στ’ αλώνι του ήλιου τραγουδώντας τις μέρες που

δε χάχουνται μες στο τραγούδι, όταν οι μεγάλοι χορεύουν

μαζί με τα παιδιά τους τον ίδιο χορό της κάθε άνοιξης.

(Γ. Ρίτσος, Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, Κέδρος)

Νίκος Καρούζος, Της νύχτας τα βελούδα «Θρίαμβος χρόνου»
Κι αν χιονίζει στο πνεύμα
κι αν κρυώνουν οι μεγάλες
ιδέες
ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει
Peter Handke, «To τραγούδι της παιδικής ηλικίας»
Όταν το παιδί ήταν παιδί
περπατούσε κουνώντας τα χέρια του,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι,
το ποτάμι να είναι χείμαρρος,
και αυτή η λακκούβα με νερό να είναι η θάλασσα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι ήταν παιδί,
όλα ήταν ένα μέρος της ψυχής,
και όλες οι ψυχές ήταν μία.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν είχε άποψη για τίποτα,
δεν είχε συνήθειες,
καθόταν συχνά σταυροπόδι,
το έσκαγε τρέχοντας,
είχε »κορυφή» στα μαλλιά,
και δεν έκανε καμία γκριμάτσα όταν φωτογραφιζόταν

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
Ήταν η ώρα για αυτά τα ερωτήματα:
Γιατί είμαι εγώ, και γιατί δεν είμαι εσύ;

Γιατί είμαι εδώ, και όχι εκεί;
Πότε ξεκίνησε ο χρόνος και πού τελειώνει ο χώρος;
Δεν είναι η ζωή κάτω από τον ήλιο απλώς ένα όνειρο;
Είναι μήπως αυτό που βλέπω και ακούω και μυρίζω
μόνο μια παραίσθηση ενός κόσμου πριν τον κόσμο;

‘Εχοντας υπόψη «τo κακό» και τους ανθρώπους
υπάρχει αυτό που λέμε «κακό» πραγματικά;
Πώς γίνεται να είμαι εγώ, έτσι όπως είμαι,
και να μην υπήρχα πριν γίνω αυτό που είμαι
και ότι κάποια μέρα, εγώ, όπως είμαι,
δεν θα είμαι πλέον αυτός που είμαι;

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν του άρεσε το σπανάκι, τα μπιζέλια, το ρυζόγαλο,
ούτε το κουνουπίδι στον ατμό,
αλλά τα τρώει όλα αυτά τώρα, και δεν είναι μόνο επειδή «πρέπει»

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
ξύπνησε μια φορά σε ένα ξένο κρεβάτι,
και τώρα κάνει το ίδιο ξανά και ξανά.
Πολλοί άνθρωποι, τότε, φαινόντουσαν όμορφοι,
τώρα όμως πολύ λίγοι, από καθαρή τύχη.

Είχε πλάσει στο μυαλό του μια σαφή εικόνα του παραδείσου,
ενώ τώρα το πολύ μπορεί να μαντέψει,
δεν μπορούσε τότε ούτε να διανοηθεί τη «μηδαμινότητα»
ανατριχιάζει, όμως, σήμερα στη σκέψη αυτή.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έπαιζε με ενθουσιασμό,
και, τώρα, έχει τον ίδιο ενθουσιασμό όπως και τότε,
μόνο όταν πρόκειται για τη δουλειά του

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
Ήταν αρκετό να φάει ένα μήλο… ψωμί,
Και έτσι είναι ακόμα και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
τα χέρια του ήταν γεμάτα μούρα, όπως μόνο τα μούρα τα γεμίζαν
και ακόμη και τώρα έτσι κάνουν
φρέσκα καρύδια του έγδερναν’ τη γλώσσα
και ακόμη έτσι είναι,
για κάθε βουνοκορφή,
είχε λαχτάρα για ένα ακόμη ψηλότερο βουνό,
και για κάθε πόλη,
είχε λαχτάρα για μια ακόμα μεγαλύτερη πόλη,
και εξακολουθεί να είναι έτσι,

Έφθανε για τα κεράσια στα ψηλότερα κλαδιά των δέντρων
με έναν ενθουσιασμό που έχει ακόμη και σήμερα,
νοιώθει συνεσταλμένος σε αγνώστους,
και το νοιώθει ακόμη και τώρα.

Περίμενε το πρώτο χιόνι,
και το περιμένει έτσι ακόμη και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,
έριξε ένα ραβδί σαν βέλος πάνω σ’ ένα δέντρο,
και πάλλεται εκεί ακόμη μέχρι σήμερα.

Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Η απόφαση»

Χρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν’ αλλάξεις:
οργή κι επιμονή. Γνώση κ’ αγανάκτηση.
Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά
ψυχρή υπομονή, κι ατέλειωτη καρτερία.
Κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου.
Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς
την πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε.

Aπό το θεατρικό έργο Η απόφαση (1930)

[πηγή: Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο, Αθήνα 1978, σ. 36]

Γιώργος Σεφέρης

Άρνηση

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.
(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1972)

Νίκος Καρούζος

Τα πουλιά δέλεαρ τοῦ Θεοῦ
(ἀποσπάσματα «Διαλόγων»)

1
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -—
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.

2
Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…

3
Ἅπλωσε ἡ γαλήνη τὰ φτερά της
ὡσὰν ἀλησμόνητος κύκνος ὀνείρου
σ᾿ αὐτὰ τὰ ἔρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τὰ πουλιά.

4
Ἡ ἀγωνία μου ὑψώνεται,
ὡς τὰ ἐδελβάις ἄνθη.

5
Τὰ ὄνειρα βλαστοὶ στὸ στῆθος
κλήματα μέσ᾿ στὴν καρδιὰ
διαγώνια ἐκδικοῦνται τὸ χῶμα
σκοτώνοντας ἐμᾶς.

Κωστής Παλαμάς

Τα δώρα της Πρωτοχρονιάς

—Πατρίδα μου, τί θες να σου χαρίσω

 για τον καλό το χρόνο που θα  ’ρθεί;

—Παιδί μου, το κορμί το λιονταρίσο

και το παλικαρίσο το σπαθί,

και τη νεραϊδογέννητη τη χώρα

μαζί με το δικέφαλον αϊτό.

Δε θέλω γω καινούρια ή ξένα δώρα,

παλιά δικά μου πλούτη σού ζητώ.

—Μητέρα, τα δικά σου τα στολίδια

τα χαίροντ’ άλλοι μες στην οικουμένη,

και Λάμιες τα φυλάν, τα ζώνουν φίδια

και χάνοντ’ εκεί μέσ’ αντρειωμένοι…

—Παιδί μου, όταν τη δόλια σου μητέρα,

με του παιδιού τον πόνον αγαπάς,

με την αγάπη μόνο μιαν ημέρα

 την παλαιά της δόξα θα της πας!

31 Δεκεμβρίου 1883 *
Γέννηση
Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα.
Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα.
Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό.
«Εἶδες – μου λέει – γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία».
Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.
Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες
καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό.
 
Τάσος Λειβαδίτης

 

Χαλίλ Γκιμπράν, Ο προφήτης

Kαι μια γυναίκα που βαστούσε ένα μωρό στην

αγκαλιά της είπε: Μίλησε μας για τα παιδιά.

Και είπε αυτός (ο προφήτης):

Τα παιδιά δεν είναι δικά σας παιδιά.

Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της ζωής

για τον εαυτό της.

Έρχονται στον κόσμο μέσα από σας

αλλά δεν προέρχονται από εσάς

και παρότι είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε σας.

 

Mπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας

όχι όμως τις σκέψεις σας

Γιατί έχουν τις δικές τους σκέψεις.

Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους

όχι όμως την ψυχή τους.

Γιατί η ψυχή τους ζει στο σπίτι του αύριο

που εσείς δεν μπορείτε να το επισκεφτείτε

ούτε καν στα όνειρά σας.

Μπορείτε να πασχίσετε να τους μοιάσετε

μην προσπαθείτε όμως να τα κάνετε να σας μοιάσουν.

Γιατί η ζωή δεν πηγαίνει πίσω

ούτε μένει στο χτες.

 

Eίστε τα τόξα απ’ τα οποία τινάζονται

σαν ζωντανές σαΐτες τα παιδιά σας.

Ο τοξότης βλέπει στόχο στη γραμμή του Απείρου

και σας λυγίζει με τη δύναμή Του ώστε οι σαΐτες Του

να φύγουν γοργά και να φτάσουν μακριά.

Δεχτείτε το λύγισμά σας στα χέρια Του με χαρά.

γιατί αυτός, όπως αγαπά τη σαΐτα που εκτοξεύεται

αγαπά και τόξο που είναι σταθερό.

Χαλίλ Γκιμπράν, Ο προφήτης, εκδ. Printa

Το ποίημα της εβδομάδας

Αν – R. Kipling

Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη
κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,
αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία,
κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,
αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει,
στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,
αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά,
αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,
αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα,
κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,
αν μπορέσεις τ’ όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου,
κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,
αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη,
αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,
αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις,
αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,
αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί,
αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,
αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις
όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.
Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία
και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,
αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία
και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.
Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν,
αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν
αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά,
αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…
Έ! Παιδί μου τότε… Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου…
Θα ’σαι Άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!

Νικηφόρος Βρεττάκος

Ἡ γραφή μου, Από το [ΗΛΙΑΚΟΣ ΛΥΧΝΟΣ], 1984

Ἡ γραφή μου

Ἔμαθα γραφή καί ἀνάγνωση (πρίν
ἀπό τή γραφή καί πρίν από τήν ανάγνωση)
γιά νά γράψω τή μέρα, τή νύχτα, τό φῶς,
προπαντός τούς πολύχρωμους ἐκείνους ψιθύρους
πού βρίσκονται μέσα μου. Νά γράψω
τή γλώσσα τῶν λυγμῶν πού εἶναι μία
σ’ ὅλο τόν κόσμο. Τίς μητέρες – Μαρίες
πού ἄν ξεκινούσανε ὅλες μαζί,
ἡ μαύρη πομπή τους θά σχημάτιζε
ζώνη γύρω ἀπ’ τή γῆς.
Ὅλες τοῦτες
οἱ πέτρες πού βρίσκονται γύρω μου
εἶναι πλάκες τοῦ Θεοῦ ὅπου πάνω τους,
ἔμαθα γραφή καί ἀνάγνωση,
νά γράψω μέ μιά κιμωλία τήν ἀγάπη.

Μίλτου Σαχτούρη, «Το ψωμί»

Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό
Ας μη το κρύβουμε διψάμε για ουρανό!

[πηγή: Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος, Αθήνα 1996 (8η έκδ.), σ. 144]

Κ. Π. Καβάφης 

Όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Μανώλης Αναγνωστάκης

Φοβάμαι

Φοβάμαι

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια

έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι

και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–

βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας

«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Συνέχεια ανάγνωσης Το ποίημα της εβδομάδας